Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μπαχαρικό

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. μπαχαρικόμαγειρικό καρύκευμα που αρωματίζει και νοστιμεύει το φαγητό, π.χ. το πιπέρι, η κανέλλα, το κύμινο, το μοσχοκάρυδο κτλ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μπαχαρικό < μπαχάρ(ι) + -ικό

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμπαχαρικόμπαχαρικά
Γενικήμπαχαρικούμπαχαρικών
Αιτιατικήμπαχαρικόμπαχαρικά
Κλητικήμπαχαρικόμπαχαρικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →