μπαϊλντίζω
•
- αμετάβατοκουράζομαι υπερβολικά, εξουθενώνομαι Βικιλεξικό
- μεταβατικόκουράζω κάποιον, τον εξουθενώνω Βικιλεξικό
- λιποθυμώ Βικιλεξικό
- τρώω υπερβολικά μέχρι λιποθυμίας Βικιλεξικό
- "έφαγε μισό αρνί και μπαΐλντισε"
Ετυμολογία
μπαϊλντίζω < (άμεσο δάνειο) τουρκική bayıldım < αόριστος του ρήματος bayilmak (= λιποθυμώ)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μπαϊλντίζω | μπαϊλντίζεις | μπαϊλντίζει | μπαϊλντίζουμε | μπαϊλντίζετε | μπαϊλντίζουν / μπαϊλντίζουνε |
| Παρατατικός | μπαΐλντιζα | μπαΐλντιζες | μπαΐλντιζε | μπαϊλντίζαμε | μπαϊλντίζατε | μπαΐλντιζαν / μπαϊλντίζαν / μπαϊλντίζανε |
| Αόριστος | μπαΐλντισα | μπαΐλντισες | μπαΐλντισε | μπαϊλντίσαμε | μπαϊλντίσατε | μπαΐλντισαν / μπαϊλντίσαν / μπαϊλντίσανε |
| Μέλλοντας | θα μπαϊλντίζω / θα μπαϊλντίσω | θα μπαϊλντίζεις / θα μπαϊλντίσεις | θα μπαϊλντίζει / θα μπαϊλντίσει | θα μπαϊλντίζουμε / θα μπαϊλντίσουμε | θα μπαϊλντίζετε / θα μπαϊλντίσετε | θα μπαϊλντίζουν / θα μπαϊλντίζουνε / θα μπαϊλντίσουν / θα μπαϊλντίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω μπαϊλντίσει | έχεις μπαϊλντίσει | έχει μπαϊλντίσει | έχουμε μπαϊλντίσει | έχετε μπαϊλντίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μπαϊλντίσει | είχες μπαϊλντίσει | είχε μπαϊλντίσει | είχαμε μπαϊλντίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μπαϊλντίσει / να μπαϊλντίζω / να μπαϊλντίσω | να έχεις μπαϊλντίσει / να μπαϊλντίζεις / να μπαϊλντίσεις | να έχει μπαϊλντίσει / να μπαϊλντίζει / να μπαϊλντίσει | να έχουμε μπαϊλντίσει / να μπαϊλντίζουμε / να μπαϊλντίσουμε | να έχετε μπαϊλντίσει / να μπαϊλντίζετε / να μπαϊλντίσετε | να μπαϊλντίζουν / να μπαϊλντίζουνε / να μπαϊλντίσουν / να μπαϊλντίσουνε |
| Προστακτική | — | μπαΐλντιζε / μπαΐλντισε | — | — | μπαϊλντίζετε / μπαϊλντίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →