Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μπαϊράμι

/bai̯ˈɾa.mi/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ισλαμισμόςονομασία δύο μεγάλων μουσουλμανικών γιορτών: Βικιλεξικό
    • Ἦταν γνωστὸς τοῦ πατέρα καὶ κάθε μπαϊράμι καὶ ραμαζάνι τοὺς ἔστελνε ἕνα δυὸ ἀρνιὰ μὲ τενεκέδες τυριά, μέλι.
  2. γλέντι ή γιορτή γενικότερα Βικιλεξικό
    • Μόνος του κάνει μπαϊράμι (πανηγυρίζει μόνος του) (Το Βήμα, 5 Ιουνίου 2013)

Ετυμολογία

μπαϊράμι < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική ?, τουρκική bayram (γιορτή) + -ι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμπαϊράμιμπαϊράμια
Γενικήμπαϊραμιούμπαϊραμιών
Αιτιατικήμπαϊράμιμπαϊράμια
Κλητικήμπαϊράμιμπαϊράμια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →