μπαϊράμι
•
- ισλαμισμόςονομασία δύο μεγάλων μουσουλμανικών γιορτών: Βικιλεξικό
- Ἦταν γνωστὸς τοῦ πατέρα καὶ κάθε μπαϊράμι καὶ ραμαζάνι τοὺς ἔστελνε ἕνα δυὸ ἀρνιὰ μὲ τενεκέδες τυριά, μέλι.
- γλέντι ή γιορτή γενικότερα Βικιλεξικό
- Μόνος του κάνει μπαϊράμι (πανηγυρίζει μόνος του) (Το Βήμα, 5 Ιουνίου 2013)
Ετυμολογία
μπαϊράμι < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική ?, τουρκική bayram (γιορτή) + -ι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπαϊράμι | μπαϊράμια |
| Γενική | μπαϊραμιού | μπαϊραμιών |
| Αιτιατική | μπαϊράμι | μπαϊράμια |
| Κλητική | μπαϊράμι | μπαϊράμια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →