Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μπεζαχτάς

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. το ταμείο, το συρτάρι με τα λεφτά Βικιλεξικό
    • Σε μια τρύπα κάτω από την καμάρα του γεφυριού είχα κρυμμένα κι όσα σούφρωνα στο μεταξύ από τον μπεζαχτά δεκάρα τη δεκάρα, όταν έβρισκα καιρό. (Κωσταντίνος Χατζόπουλος (1923) Η Αννιώ [διήγημα])
    • Τ'όνειρό τους ήτανε ν' ανοίξουν μαγαζιά και παραμάγαζα, να γεμίσουν τον μπεζαχτά (Άρης Φακίνος, Το όνειρο του πρωτομάστορα Νικήτα: μυθιστόρημα, εκδ. Καστανιώτη, 1998, σελ. 165)
  2. συνεκδοχικάτα χρήματα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μπεζαχτάς < (άμεσο δάνειο) τουρκική peştahta, (ταμείο) < περσική پیشتخته (pesh-taḵẖta)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμπεζαχτάςμπεζαχτάδες
Γενικήμπεζαχτάμπεζαχτάδων
Αιτιατικήμπεζαχτάμπεζαχτάδες
Κλητικήμπεζαχτάμπεζαχτάδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →