Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μπεζερίζω

ρήμα
•
  1. λαϊκότροποαποκάμνω, κουράζομαι κάνοντας συνεχώς κάτι Βικιλεξικό
    • Μπεζέρισα νὰ περπατῶ στοῦ κάμπου τὰ λιοβόρια. (Κώστασ Κρυστάλλης (1868‑1894), Στὸ Σταυραητό)
  2. λαϊκότροποδυσκολεύομαι να κάνω κάτι Βικιλεξικό
    • μπεζέρισα ν' ανοίξω την πόρτα

Ετυμολογία

μπεζερίζω < (άμεσο δάνειο) τουρκική bezer, τρίτο ενικό πρόσωπο ενεστώτα του ρήματος bezmek

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςμπεζερίζωμπεζερίζειςμπεζερίζειμπεζερίζουμεμπεζερίζετεμπεζερίζουν / μπεζερίζουνε
Παρατατικόςμπεζέριζαμπεζέριζεςμπεζέριζεμπεζερίζαμεμπεζερίζατεμπεζέριζαν / μπεζερίζαν / μπεζερίζανε
Αόριστοςμπεζέρισαμπεζέρισεςμπεζέρισεμπεζερίσαμεμπεζερίσατεμπεζέρισαν / μπεζερίσαν / μπεζερίσανε
Μέλλονταςθα μπεζερίζω / θα μπεζερίσωθα μπεζερίζεις / θα μπεζερίσειςθα μπεζερίζει / θα μπεζερίσειθα μπεζερίζουμε / θα μπεζερίσουμεθα μπεζερίζετε / θα μπεζερίσετεθα μπεζερίζουν / θα μπεζερίζουνε / θα μπεζερίσουν / θα μπεζερίσουνε
Παρακείμενοςέχω μπεζερίσειέχεις μπεζερίσειέχει μπεζερίσειέχουμε μπεζερίσειέχετε μπεζερίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα μπεζερίσειείχες μπεζερίσειείχε μπεζερίσειείχαμε μπεζερίσει——
Υποτακτικήνα έχω μπεζερίσει / να μπεζερίζω / να μπεζερίσωνα έχεις μπεζερίσει / να μπεζερίζεις / να μπεζερίσειςνα έχει μπεζερίσει / να μπεζερίζει / να μπεζερίσεινα έχουμε μπεζερίσει / να μπεζερίζουμε / να μπεζερίσουμενα έχετε μπεζερίσει / να μπεζερίζετε / να μπεζερίσετενα μπεζερίζουν / να μπεζερίζουνε / να μπεζερίσουν / να μπεζερίσουνε
Προστακτική—μπεζέριζε / μπεζέρισε——μπεζερίζετε / μπεζερίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →