μπεκιαριλίκι
•
- η ιδιότητα και η ζωή του μπεκιάρη, του εργένη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπεκιαριλίκι < μπεκιάρης + -ιλίκι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπεκιαριλίκι | μπεκιαριλίκια |
| Γενική | μπεκιαριλικιού | μπεκιαριλικιών |
| Αιτιατική | μπεκιαριλίκι | μπεκιαριλίκια |
| Κλητική | μπεκιαριλίκι | μπεκιαριλίκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →