μπεκριλίκι
•
- το να είναι κάποιος συχνά μεθυσμένος Βικιλεξικό
- η άμετρη κατανάλωση οινοπνευματωδών ποτών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπεκριλίκι < μπεκρ(ής) + -ιλίκι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπεκριλίκι | μπεκριλίκια |
| Γενική | μπεκριλικιού | μπεκριλικιών |
| Αιτιατική | μπεκριλίκι | μπεκριλίκια |
| Κλητική | μπεκριλίκι | μπεκριλίκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →