μπεκρουλιάζω
•
- μεθάω συνεχώς Βικιλεξικό
- Ο πατέρας του Θανάση - ακαμάτης φημισμένος - μπεκρούλιαζε όλη μέρα στις ταβέρνες. (Τάκης Αδάμος Ποιος θα εμποδίσει την άνοιξη; [διήγημα], Εκδ. Καστανιώτη, 1981)
Ετυμολογία
μπεκρουλιάζω < μπεκρούλ(ιακας) + -ιάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μπεκρουλιάζω | μπεκρουλιάζεις | μπεκρουλιάζει | μπεκρουλιάζουμε | μπεκρουλιάζετε | μπεκρουλιάζουν / μπεκρουλιάζουνε |
| Παρατατικός | μπεκρούλιαζα | μπεκρούλιαζες | μπεκρούλιαζε | μπεκρουλιάζαμε | μπεκρουλιάζατε | μπεκρουλιάζαν / μπεκρουλιάζανε / μπεκρούλιαζαν |
| Αόριστος | μπεκρούλιασα | μπεκρούλιασες | μπεκρούλιασε | μπεκρουλιάσαμε | μπεκρουλιάσατε | μπεκρουλιάσαν / μπεκρουλιάσανε / μπεκρούλιασαν |
| Μέλλοντας | θα μπεκρουλιάζω / θα μπεκρουλιάσω | θα μπεκρουλιάζεις / θα μπεκρουλιάσεις | θα μπεκρουλιάζει / θα μπεκρουλιάσει | θα μπεκρουλιάζουμε / θα μπεκρουλιάσουμε | θα μπεκρουλιάζετε / θα μπεκρουλιάσετε | θα μπεκρουλιάζουν / θα μπεκρουλιάζουνε / θα μπεκρουλιάσουν / θα μπεκρουλιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω μπεκρουλιάσει | έχεις μπεκρουλιάσει | έχει μπεκρουλιάσει | έχουμε μπεκρουλιάσει | έχετε μπεκρουλιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μπεκρουλιάσει | είχες μπεκρουλιάσει | είχε μπεκρουλιάσει | είχαμε μπεκρουλιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μπεκρουλιάσει / να μπεκρουλιάζω / να μπεκρουλιάσω | να έχεις μπεκρουλιάσει / να μπεκρουλιάζεις / να μπεκρουλιάσεις | να έχει μπεκρουλιάσει / να μπεκρουλιάζει / να μπεκρουλιάσει | να έχουμε μπεκρουλιάσει / να μπεκρουλιάζουμε / να μπεκρουλιάσουμε | να έχετε μπεκρουλιάσει / να μπεκρουλιάζετε / να μπεκρουλιάσετε | να μπεκρουλιάζουν / να μπεκρουλιάζουνε / να μπεκρουλιάσουν / να μπεκρουλιάσουνε |
| Προστακτική | — | μπεκρούλιαζε / μπεκρούλιασε | — | — | μπεκρουλιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
μπεκρουλιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →