Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μπελαλίδικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. για κουραστική εργασία ή μαστόρεμα Βικιλεξικό
  2. που προξενεί μπελάδες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μπελαλίδικος < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμπελαλίδικοςμπελαλίδικημπελαλίδικο
Γενικήμπελαλίδικουμπελαλίδικηςμπελαλίδικου
Αιτιατικήμπελαλίδικομπελαλίδικημπελαλίδικο
Κλητικήμπελαλίδικεμπελαλίδικημπελαλίδικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμπελαλίδικοιμπελαλίδικεςμπελαλίδικα
Γενικήμπελαλίδικωνμπελαλίδικωνμπελαλίδικων
Αιτιατικήμπελαλίδικουςμπελαλίδικεςμπελαλίδικα
Κλητικήμπελαλίδικοιμπελαλίδικεςμπελαλίδικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →