μπελαλίδικος
•
- για κουραστική εργασία ή μαστόρεμα Βικιλεξικό
- που προξενεί μπελάδες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπελαλίδικος < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μπελαλίδικος | μπελαλίδικη | μπελαλίδικο |
| Γενική | μπελαλίδικου | μπελαλίδικης | μπελαλίδικου |
| Αιτιατική | μπελαλίδικο | μπελαλίδικη | μπελαλίδικο |
| Κλητική | μπελαλίδικε | μπελαλίδικη | μπελαλίδικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μπελαλίδικοι | μπελαλίδικες | μπελαλίδικα |
| Γενική | μπελαλίδικων | μπελαλίδικων | μπελαλίδικων |
| Αιτιατική | μπελαλίδικους | μπελαλίδικες | μπελαλίδικα |
| Κλητική | μπελαλίδικοι | μπελαλίδικες | μπελαλίδικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →