μπελαντόνα
•
- φυτότο φυτό Άτροπος η δελεαστική Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασητο καταπραϋντικό φάρμακο που παράγεται από το φυτό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπελαντόνα < (άμεσο δάνειο) βενετική beladona (ιταλικά «bella donna» ωραία κυρία)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπελαντόνα | μπελαντόνες |
| Γενική | μπελαντόνας | — |
| Αιτιατική | μπελαντόνα | μπελαντόνες |
| Κλητική | μπελαντόνα | μπελαντόνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →