Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μπελαντόνα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. φυτότο φυτό Άτροπος η δελεαστική Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασητο καταπραϋντικό φάρμακο που παράγεται από το φυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μπελαντόνα < (άμεσο δάνειο) βενετική beladona (ιταλικά «bella donna» ωραία κυρία)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμπελαντόναμπελαντόνες
Γενικήμπελαντόνας—
Αιτιατικήμπελαντόναμπελαντόνες
Κλητικήμπελαντόναμπελαντόνες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →