μπελούγκα
•
- ζωολογίαΚητώδες (είδος φάλαινας) των αρκτικών και υποαρκτικών νερών Βικιλεξικό
- ιχθυολογίαείδος οξύρρυγχου, από τον οποίο παράγεται το ομώνυμο χαβιάρι Βικιλεξικό
- βοτανικήείδος μαύρης φακής (που μοιράζει με το ομώνυμο χαβιάρι) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπελούγκα < αγγλική beluga < ρωσική белу́га (belúga) < бе́лый (bélyj, λευκός) < πρωτοσλαβική *bělъ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπελούγκα | μπελούγκες |
| Γενική | μπελούγκας | μπελουγκών |
| Αιτιατική | μπελούγκα | μπελούγκες |
| Κλητική | μπελούγκα | μπελούγκες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →