Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μπεμπεκίζω

ρήμα
•
  1. οικείοσυμπεριφέρομαι σαν μπεμπέκα ή σαν μικρό παιδί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μπεμπεκίζω < μπεμπέκ(α) + -ίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςμπεμπεκίζωμπεμπεκίζειςμπεμπεκίζειμπεμπεκίζουμεμπεμπεκίζετεμπεμπεκίζουν / μπεμπεκίζουνε
Παρατατικόςμπεμπέκιζαμπεμπέκιζεςμπεμπέκιζεμπεμπεκίζαμεμπεμπεκίζατεμπεμπέκιζαν / μπεμπεκίζαν / μπεμπεκίζανε
Αόριστοςμπεμπέκισαμπεμπέκισεςμπεμπέκισεμπεμπεκίσαμεμπεμπεκίσατεμπεμπέκισαν / μπεμπεκίσαν / μπεμπεκίσανε
Μέλλονταςθα μπεμπεκίζω / θα μπεμπεκίσωθα μπεμπεκίζεις / θα μπεμπεκίσειςθα μπεμπεκίζει / θα μπεμπεκίσειθα μπεμπεκίζουμε / θα μπεμπεκίσουμεθα μπεμπεκίζετε / θα μπεμπεκίσετεθα μπεμπεκίζουν / θα μπεμπεκίζουνε / θα μπεμπεκίσουν / θα μπεμπεκίσουνε
Παρακείμενοςέχω μπεμπεκίσειέχεις μπεμπεκίσειέχει μπεμπεκίσειέχουμε μπεμπεκίσειέχετε μπεμπεκίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα μπεμπεκίσειείχες μπεμπεκίσειείχε μπεμπεκίσειείχαμε μπεμπεκίσει——
Υποτακτικήνα έχω μπεμπεκίσει / να μπεμπεκίζω / να μπεμπεκίσωνα έχεις μπεμπεκίσει / να μπεμπεκίζεις / να μπεμπεκίσειςνα έχει μπεμπεκίσει / να μπεμπεκίζει / να μπεμπεκίσεινα έχουμε μπεμπεκίσει / να μπεμπεκίζουμε / να μπεμπεκίσουμενα έχετε μπεμπεκίσει / να μπεμπεκίζετε / να μπεμπεκίσετενα μπεμπεκίζουν / να μπεμπεκίζουνε / να μπεμπεκίσουν / να μπεμπεκίσουνε
Προστακτική—μπεμπέκιζε / μπεμπέκισε——μπεμπεκίζετε / μπεμπεκίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →