μπεμπεκίζω
•
- οικείοσυμπεριφέρομαι σαν μπεμπέκα ή σαν μικρό παιδί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπεμπεκίζω < μπεμπέκ(α) + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μπεμπεκίζω | μπεμπεκίζεις | μπεμπεκίζει | μπεμπεκίζουμε | μπεμπεκίζετε | μπεμπεκίζουν / μπεμπεκίζουνε |
| Παρατατικός | μπεμπέκιζα | μπεμπέκιζες | μπεμπέκιζε | μπεμπεκίζαμε | μπεμπεκίζατε | μπεμπέκιζαν / μπεμπεκίζαν / μπεμπεκίζανε |
| Αόριστος | μπεμπέκισα | μπεμπέκισες | μπεμπέκισε | μπεμπεκίσαμε | μπεμπεκίσατε | μπεμπέκισαν / μπεμπεκίσαν / μπεμπεκίσανε |
| Μέλλοντας | θα μπεμπεκίζω / θα μπεμπεκίσω | θα μπεμπεκίζεις / θα μπεμπεκίσεις | θα μπεμπεκίζει / θα μπεμπεκίσει | θα μπεμπεκίζουμε / θα μπεμπεκίσουμε | θα μπεμπεκίζετε / θα μπεμπεκίσετε | θα μπεμπεκίζουν / θα μπεμπεκίζουνε / θα μπεμπεκίσουν / θα μπεμπεκίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω μπεμπεκίσει | έχεις μπεμπεκίσει | έχει μπεμπεκίσει | έχουμε μπεμπεκίσει | έχετε μπεμπεκίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μπεμπεκίσει | είχες μπεμπεκίσει | είχε μπεμπεκίσει | είχαμε μπεμπεκίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μπεμπεκίσει / να μπεμπεκίζω / να μπεμπεκίσω | να έχεις μπεμπεκίσει / να μπεμπεκίζεις / να μπεμπεκίσεις | να έχει μπεμπεκίσει / να μπεμπεκίζει / να μπεμπεκίσει | να έχουμε μπεμπεκίσει / να μπεμπεκίζουμε / να μπεμπεκίσουμε | να έχετε μπεμπεκίσει / να μπεμπεκίζετε / να μπεμπεκίσετε | να μπεμπεκίζουν / να μπεμπεκίζουνε / να μπεμπεκίσουν / να μπεμπεκίσουνε |
| Προστακτική | — | μπεμπέκιζε / μπεμπέκισε | — | — | μπεμπεκίζετε / μπεμπεκίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →