μπεμόλι
•
- μουσικήμπεμόλ, η ύφεση Βικιλεξικό
- Οπως αναφέρει ο Β. Τσιτσάνης: «ο Ψαρούδας, λοιπόν, μας απαγόρευε τα μπεμόλια, κι’ εγώ βοηθούσα τους συναδέφους μου να διορθώνουν τα τραγούδια τους για να περνάνε τη λογοκρισία, σε μουσική και στίχους και τίτλους. Όταν του Μάρκου (Βαμβακάρη) του κόψαν τον τίτλο Αλανιάρα, δεν είχε πρόβλημα, γιατί την έκανε Παιχνιδιάρα. Όμως του Μάρκου τούρχονταν κάθε βράδυ “θα ΣΕΕΕΕ …, θα ΣΕΕΕΕΕ … περιμένω” και τσίριζε αυτό το “ΣΕΕΕΕ …”, ήτανε μισό τόνο πάνω. Ε, αυτό το “ΣΕΕΕΕ …”, είναι μπεμόλι»
Ετυμολογία
μπεμόλι < μπεμόλ + -ι < (άμεσο δάνειο) γαλλική bémol
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπεμόλι | μπεμόλια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | μπεμόλι | μπεμόλια |
| Κλητική | μπεμόλι | μπεμόλια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →