Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μπεντέλι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ιστορίατο χρηματικό ποσό που κατέβαλαν οι Έλληνες στην οθωμανική διοίκηση, επί τουρκοκρατίας, προκειμένου ν΄ απαλλαγούν της στρατιωτικής θητείας (είτε για στρατό ξηράς, είτε σε πλοίο) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μπεντέλι < τουρκική bedel < αραβική بدل (badal)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμπεντέλιμπεντέλια
Γενικήμπεντελιούμπεντελιών
Αιτιατικήμπεντέλιμπεντέλια
Κλητικήμπεντέλιμπεντέλια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →