μπεράτι
•
- παρωχημένοδιάταγμα, παραχωρητήριο έγγραφο (προνομίου, δικαιώματος κ.λπ.) Βικιλεξικό
- χορόςείδος χορού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπεράτι < τουρκική berat
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπεράτι | μπεράτια |
| Γενική | μπερατιού | μπερατιών |
| Αιτιατική | μπεράτι | μπεράτια |
| Κλητική | μπεράτι | μπεράτια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →