Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μπερδεψοδουλειά

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. μπερδεμένη δουλειά Βικιλεξικό
  2. ύποπτη επιχείρηση, κατ΄ επέκταση η παρανομία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μπερδεψοδουλειά < μπέρδεμα + δουλειά

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμπερδεψοδουλειάμπερδεψοδουλειές
Γενικήμπερδεψοδουλειάςμπερδεψοδουλειών
Αιτιατικήμπερδεψοδουλειάμπερδεψοδουλειές
Κλητικήμπερδεψοδουλειάμπερδεψοδουλειές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →