μπερδεψοδουλειά
•
- μπερδεμένη δουλειά Βικιλεξικό
- ύποπτη επιχείρηση, κατ΄ επέκταση η παρανομία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπερδεψοδουλειά < μπέρδεμα + δουλειά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπερδεψοδουλειά | μπερδεψοδουλειές |
| Γενική | μπερδεψοδουλειάς | μπερδεψοδουλειών |
| Αιτιατική | μπερδεψοδουλειά | μπερδεψοδουλειές |
| Κλητική | μπερδεψοδουλειά | μπερδεψοδουλειές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →