μπερδεύω
•
- μπλέκω ένα αντικείμενο με ένα άλλο, τα κάνω να ενωθούν κατά τρόπο τυχαίο και ανεπιθύμητο Βικιλεξικό
- ανακατεύω ή ανακινώ ή μπλέκω (διάφορα πράγματα) ώστε να πάνε σε τυχαίες θέσεις Βικιλεξικό
- Κάποιος είχε μπερδέψει τα χαρτιά και δεν μπορούσα να βρω άκρη
- συγχέω διαφορετικά μεταξύ τους πράγματα, καταλαβαίνω άλλο πράγμα αντί για αυτό που πρέπει Βικιλεξικό
- προκαλώ σύγχυση σε κάποιον είτε σκόπιμα είτε κατα λάθος είτε από άγνοια Βικιλεξικό
- Μπερδεύομαι όταν μου μιλάνε δύο άτομα ταυτόχρονα και δεν ξέρω τι να κάνω.
Ετυμολογία
μπερδεύω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μπερδεύω
Άλλοι τύποι
μπέρδευαμπέρδεψαμπερδέψωμπερδεμένοςμπερδεύομαιμπερδεύτηκα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →