μπερζέρα
•
- έπιπλοείδος πολυθρόνας με ψηλή πλάτη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπερζέρα < (λόγιο δάνειο) γαλλική bergère (βοσκοπούλα), θηλυκό του berger (βοσκός) < παλαιά γαλλική bergier < δημώδης λατινική *vervecārius / birbicārius / berbicārius < λατινική vervex < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *wr̥h₁ḗn (ἀρήν) :: Η γαλλική λέξη ονομάστηκε bergère (βοσκοπούλα), γιατί οι πρώτες μπερζέρες είχαν στην ταπετσαρία τους ποιμενικά μοτίβα.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπερζέρα | μπερζέρες |
| Γενική | μπερζέρας | — |
| Αιτιατική | μπερζέρα | μπερζέρες |
| Κλητική | μπερζέρα | μπερζέρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →