Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μπερζέρα

/beɾˈze.ɾa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. έπιπλοείδος πολυθρόνας με ψηλή πλάτη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μπερζέρα < (λόγιο δάνειο) γαλλική bergère (βοσκοπούλα), θηλυκό του berger (βοσκός) < παλαιά γαλλική bergier < δημώδης λατινική *vervecārius / birbicārius / berbicārius < λατινική vervex < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *wr̥h₁ḗn (ἀρήν) :: Η γαλλική λέξη ονομάστηκε bergère (βοσκοπούλα), γιατί οι πρώτες μπερζέρες είχαν στην ταπετσαρία τους ποιμενικά μοτίβα.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμπερζέραμπερζέρες
Γενικήμπερζέρας—
Αιτιατικήμπερζέραμπερζέρες
Κλητικήμπερζέραμπερζέρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →