μπερλίνα
•
- παρωχημένοείδος παιχνιδιού κατά τη διάρκεια του οποίου οι παίχτες πειράζουν, κοροϊδεύουν ή απευθύνουν σκώμματα σε κάποιον παίκτη Βικιλεξικό
- παρωχημένοτο αντικείμενο πειραγμάτων, κοροϊδιών, σκωμμάτων κ.λπ. Βικιλεξικό
- είδος πολυτελούς σεντάν αυτοκινήτου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπερλίνα < μεσαιωνική ελληνική μπερλίνα < ιταλική berlina (τετράτροχη άμαξα κατασκευασμένη στο Βερολίνο και στην οποία περιέφεραν τους καταδικασμένους) < ιταλική Berlino < γερμανική Berlin < μέση κάτω γερμανική Berlyn ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) : στη σημασία του αυτοκινήτου < γαλλική berline
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπερλίνα | μπερλίνες |
| Γενική | μπερλίνας | — |
| Αιτιατική | μπερλίνα | μπερλίνες |
| Κλητική | μπερλίνα | μπερλίνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →