Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μπερλίνα

/beɾˈli.na/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. παρωχημένοείδος παιχνιδιού κατά τη διάρκεια του οποίου οι παίχτες πειράζουν, κοροϊδεύουν ή απευθύνουν σκώμματα σε κάποιον παίκτη Βικιλεξικό
  2. παρωχημένοτο αντικείμενο πειραγμάτων, κοροϊδιών, σκωμμάτων κ.λπ. Βικιλεξικό
  3. είδος πολυτελούς σεντάν αυτοκινήτου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μπερλίνα < μεσαιωνική ελληνική μπερλίνα < ιταλική berlina (τετράτροχη άμαξα κατασκευασμένη στο Βερολίνο και στην οποία περιέφεραν τους καταδικασμένους) < ιταλική Berlino < γερμανική Berlin < μέση κάτω γερμανική Berlyn ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) : στη σημασία του αυτοκινήτου < γαλλική berline

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμπερλίναμπερλίνες
Γενικήμπερλίνας—
Αιτιατικήμπερλίναμπερλίνες
Κλητικήμπερλίναμπερλίνες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →