Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μπερμπάντικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. χαρακτηριστικός του μπερμπάντη Βικιλεξικό
    • Τα νιάτα τα μπερμπάντικα, / γλέντα τα στον καιρό τους, / γιατί η μπαμπέσα η ζωή, / θα κάψει τον ανθό τους (Η πρώτη στροφή από το τραγούδι του Βασίλη Τσιτσάνη, Τα νιάτα τα μπερμπάντικα)

Ετυμολογία

μπερμπάντικος < μπερμπάντης

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμπερμπάντικοςμπερμπάντικημπερμπάντικο
Γενικήμπερμπάντικουμπερμπάντικηςμπερμπάντικου
Αιτιατικήμπερμπάντικομπερμπάντικημπερμπάντικο
Κλητικήμπερμπάντικεμπερμπάντικημπερμπάντικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμπερμπάντικοιμπερμπάντικεςμπερμπάντικα
Γενικήμπερμπάντικωνμπερμπάντικωνμπερμπάντικων
Αιτιατικήμπερμπάντικουςμπερμπάντικεςμπερμπάντικα
Κλητικήμπερμπάντικοιμπερμπάντικεςμπερμπάντικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →