μπερμπαντάκος
•
- οικείομπερμπάντης Βικιλεξικό
- Α! πονηρούτσικε μπερμπαντάκο, με τι γυναικοδουλειές έμπλεξες πάλι;
Ετυμολογία
μπερμπαντάκος < μπερμπάντ(ης) + υποκοριστικό επίθημα -άκος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπερμπαντάκος | μπερμπαντάκοι |
| Γενική | μπερμπαντάκου | μπερμπαντάκων |
| Αιτιατική | μπερμπαντάκο | μπερμπαντάκους |
| Κλητική | μπερμπαντάκο | μπερμπαντάκοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →