Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μπεσαλίδικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με μπεσαλή ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μπεσαλίδικος < μπεσαλής + -ικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμπεσαλίδικοςμπεσαλίδικημπεσαλίδικο
Γενικήμπεσαλίδικουμπεσαλίδικηςμπεσαλίδικου
Αιτιατικήμπεσαλίδικομπεσαλίδικημπεσαλίδικο
Κλητικήμπεσαλίδικεμπεσαλίδικημπεσαλίδικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμπεσαλίδικοιμπεσαλίδικεςμπεσαλίδικα
Γενικήμπεσαλίδικωνμπεσαλίδικωνμπεσαλίδικων
Αιτιατικήμπεσαλίδικουςμπεσαλίδικεςμπεσαλίδικα
Κλητικήμπεσαλίδικοιμπεσαλίδικεςμπεσαλίδικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →