Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μπετατζής

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επάγγελμαειδικευμένος εργάτης οικοδόμος στη κατασκευή, ρίψη και στρώση του μπετού, είτε χειρωνακτικά είτε με μηχανικά μέσα. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μπετατζής < μπετ(όν) + -ατζής

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμπετατζήςμπετατζήδες
Γενικήμπετατζήμπετατζήδων
Αιτιατικήμπετατζήμπετατζήδες
Κλητικήμπετατζήμπετατζήδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →