μπετόβεργα
•
- βέργα από σίδηρο, χάλυβα κ.λπ., που χρησιμοποιείται για τον οπλισμό σκυροδέματος σε οικοδομικές κατασκευές Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπετόβεργα < μπετόν + -ο- + βέργα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπετόβεργα | μπετόβεργες |
| Γενική | μπετόβεργας | μπετόβεργων |
| Αιτιατική | μπετόβεργα | μπετόβεργες |
| Κλητική | μπετόβεργα | μπετόβεργες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →