μπεχλιβάνης
•
- παρωχημένοο (περιοδεύων) παλαιστής που δίνει παραστάσεις επιδεικνύοντας τις εξαιρετικές σωματικές του ικανότητες Βικιλεξικό
- στα χωριά συνήθως έδινε παράσταση ως μασίστας και όχι ως παλαιστής
- ο περιοδεύων αρσιβαρίστας που σηκώνει διάφορα βαριά αντικείμενα (όχι αποκλειστικά ειδικά βάρη εκγύμνασης) Βικιλεξικό
- συνήθης χρήση: μασίστας Βικιλεξικό
- δυνατός ή γενναίος άνθρωπος Βικιλεξικό
- άσκοπα ριψοκίνδυνος, ο επιδιδόμενος σε πεχλιβανισμούς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπεχλιβάνης < (άμεσο δάνειο) τουρκική pehlivan < περσική پهلوان (pahlavān, αθλητής, πρωταθλητής, ήρωας, παλαιστής)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπεχλιβάνης | μπεχλιβάνηδες |
| Γενική | μπεχλιβάνη | μπεχλιβάνηδων |
| Αιτιατική | μπεχλιβάνη | μπεχλιβάνηδες |
| Κλητική | μπεχλιβάνη | μπεχλιβάνηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →