μπιγιέτα
•
- ημικατεργασμένο / ημιτελές κομμάτι / βέργα μετάλλου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπιγιέτα < αγγλική billet < παλαιά γαλλική billette < bille (κούτσουρο, κορμός δέντρου) < δημώδης λατινική *bilia < γαλατική
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπιγιέτα | μπιγιέτες |
| Γενική | μπιγιέτας | μπιγιετών |
| Αιτιατική | μπιγιέτα | μπιγιέτες |
| Κλητική | μπιγιέτα | μπιγιέτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →