μπιζέλι
•
- όσπριοαρακάς, οι μικροί σφαιρικοί πράσινοι σπόροι της μπιζελιάς Βικιλεξικό
- παραμύθι του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν «Η πριγκίπισσα και το μπιζέλι»
- Στη νοσταλγία των φίφτις αυτοί αντέταξαν την επικαιρότητα των έιτις. Στις υπερπαραγωγές της «Σιτροέν» αυτοί έβαλαν ένα «Φολκσβάγκεν» να πέφτει κάτω, ανοίγοντας μια τρύπα. Στις μπανιέρες και τα αυτόματα πλυντήρια της εποχής της Πέγκυ Σου αυτοί έβαλαν τη μέση αγγλίδα νοικοκυρά να πανικοβάλλεται με την κορούλα της, Μάργκαρετ, που τρώει την τάδε μάρκα μπιζελιών και ονειρεύεται όταν μεγαλώσει να γίνει πρωθυπουργός. (Τσχυδρόμος, τεύχη 45-48, 1991, σελ. 61)
- φυτότο φυτό που παράγει τους παραπάνω σπόρους, η μπιζελιά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπιζέλι < (άμεσο δάνειο) ιταλική piselli, πληθυντικός του pisello που θεωρήθηκε ενικός, με ηχηροποίηση [p] > [b] < λατ. υποκοριστικό *pisellum < λατινική pisum < (αντιδάνειο) < αρχαία ελληνική πίσος ή πίσον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπιζέλι | μπιζέλια |
| Γενική | μπιζελιού | μπιζελιών |
| Αιτιατική | μπιζέλι | μπιζέλια |
| Κλητική | μπιζέλι | μπιζέλια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →