μπιμπελό
•
- μικρό διακοσμητικό αντικείμενο Βικιλεξικό
- έβγαλε τελευταίο το γιάλινο μπιμπελό που είχε στην καμαρά της, δυο δελφινάκα σφιχταγκαλιασμένα, δώρο του πατέρα της σαν πάτησε τα πέντε. (Βανέσα Αδαμοπούλου, Αθώοι στον έρωτα, εκδ. Καστανιώτη, 2001)
Ετυμολογία
μπιμπελό < (λόγιο δάνειο) γαλλική bibelot
Άλλοι τύποι
μπιμπλό
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →