μπινελίκι
•
- το φέρσιμο, οι τρόποι και οι πράξεις τού μπινέ, ο ουρανισμός Βικιλεξικό
- συνήθως στον πληθυντικόμπινελίκια: βρισιές, επιπλήξεις, κατηγορίες Βικιλεξικό
- μεταφορικάμπινελίκια: ποικιλία εδεσμάτων, μεζέδων ή λιχουδιών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπινελίκι < μπινέ(ς) + -λίκι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπινελίκι | μπινελίκια |
| Γενική | μπινελικιού | μπινελικιών |
| Αιτιατική | μπινελίκι | μπινελίκια |
| Κλητική | μπινελίκι | μπινελίκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →