μπινιάρης
•
- παρωχημένοδίδυμος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπινιάρης < (άμεσο δάνειο) αλβανική < λατινική binarius < binnus < bis + -inus < duis < duo < πρωτοϊταλική *duō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *dwóh₁
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μπινιάρης | μπινιάρα | μπινιάρικο |
| Γενική | μπινιάρη | μπινιάρας | μπινιάρικου |
| Αιτιατική | μπινιάρη | μπινιάρα | μπινιάρικο |
| Κλητική | μπινιάρη | μπινιάρα | μπινιάρικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μπινιάρηδες | μπινιάρες | μπινιάρικα |
| Γενική | μπινιάρηδων | — | μπινιάρικων |
| Αιτιατική | μπινιάρηδες | μπινιάρες | μπινιάρικα |
| Κλητική | μπινιάρηδες | μπινιάρες | μπινιάρικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →