μπιραριέρης
•
- λαϊκόο ιδιοκτήτης ζυθοπωλείου, μπιραρίας· ο πωλητής μπίρας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπιραριέρης < μπιραρ(ία) + -ιέρης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπιραριέρης | μπιραριέρηδες |
| Γενική | μπιραριέρη | μπιραριέρηδων |
| Αιτιατική | μπιραριέρη | μπιραριέρηδες |
| Κλητική | μπιραριέρη | μπιραριέρηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →