μπισμπίκης
•
- υβριστικόο σπυριάρης, ο γεμάτος μπιμπίκια Βικιλεξικό
- υβριστικόγια άτομο που υποτιμούμε ή προσβάλουμε Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπισμπίκης < (άμεσο δάνειο) τουρκική beşbıyık (μούσμουλο) ή ηχομιμητική λέξη (μπιζ μπιζ)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπισμπίκης | μπισμπίκηδες |
| Γενική | μπισμπίκη | μπισμπίκηδων |
| Αιτιατική | μπισμπίκη | μπισμπίκηδες |
| Κλητική | μπισμπίκη | μπισμπίκηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →