μπιστικός
•
- δημοτικήέμμισθος τσοπάνος Βικιλεξικό
- δημοτική, μπιστικός Βικιλεξικό
- αν είσαι μπιστικός και αδερφοποιός μου... (από δημοτικό τραγούδι)
- τίνος να πω τον πόνο μου, να με παρηγορήσει να 'ναι και κείνος μπιστικός να μη με μολογήσει (δημοτικό)
Ετυμολογία
μπιστικός < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μπιστικός < ἐμπιστικός (επίθετο: έμπιστος, πιστός) σε νέα σημασία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπιστικός | μπιστικοί |
| Γενική | μπιστικού | μπιστικών |
| Αιτιατική | μπιστικό | μπιστικούς |
| Κλητική | μπιστικέ | μπιστικοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →