Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μπιστικός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. δημοτικήέμμισθος τσοπάνος Βικιλεξικό
  2. δημοτική, μπιστικός Βικιλεξικό
    • αν είσαι μπιστικός και αδερφοποιός μου... (από δημοτικό τραγούδι)
    • τίνος να πω τον πόνο μου, να με παρηγορήσει να 'ναι και κείνος μπιστικός να μη με μολογήσει (δημοτικό)

Ετυμολογία

μπιστικός < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μπιστικός < ἐμπιστικός (επίθετο: έμπιστος, πιστός) σε νέα σημασία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμπιστικόςμπιστικοί
Γενικήμπιστικούμπιστικών
Αιτιατικήμπιστικόμπιστικούς
Κλητικήμπιστικέμπιστικοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →