μπιτ
•
- πληροφορικήη μικρότερη δυνατή ποσότητα μνήμης και πληροφορίας, με τιμές 0 ή 1 Βικιλεξικό
- μουσικήρυθμός μουσικής σύνθεσης· χτύπος, παλμός, ως βασική μονάδα μέτρησης του χρόνου ενός μουσικού κομματιού Βικιλεξικό
- λογοτεχνίαμπιτ γενιά, γενιά μπιτ (αγγλικά beat generation) κίνημα συγγραφέων και ποιητών που άκμασε στις ΗΠΑ κατά τις δεκαετίες του 1950 και 1960 (συχνά γράφεται με κεφαλαίο αρχικό: Μπιτ) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπιτ < (άμεσο δάνειο) αγγλική bit (πληροφορική)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →