μπιχλιμπίδι
•
- η γενική ονομασία για μικρού μεγέθους και μικρής αξίας αντικείμενο που χρησιμοποιείται σαν στολίδι Βικιλεξικό
- Ὁ τόπος δέν σηκώνει ξωτικές στολές, μπιχλιμπίδια καί τά παρόμοια. Ἕνα κομπλέ, σάν ὅλο τόν κόσμο, μά καλοραμμένο, φορεμένο μέ ἀέρα. Τοῦτο δῶ ἐτοιματζίδικο εἶναι τῆς κακῆς ὥρας. (Μ. Καραγάτσης, Ο Γιούγκερμαν και τα στερνά του, βιβλιοπωλείο της Εστίας, 1999, σελ. 49)
- μεταφορικάκάθε μικροαντικείμενο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπιχλιμπίδι < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπιχλιμπίδι | μπιχλιμπίδια |
| Γενική | μπιχλιμπιδιού | μπιχλιμπιδιών |
| Αιτιατική | μπιχλιμπίδι | μπιχλιμπίδια |
| Κλητική | μπιχλιμπίδι | μπιχλιμπίδια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →