μπλάστρι
•
- λαϊκότροποέμπλαστρο Βικιλεξικό
- εργαλείο για πλάσιμο Βικιλεξικό
- άλλες μορφές: πλάστης, πλαστήρι
Ετυμολογία
μπλάστρι < μεσαιωνική ελληνική μπλάστρι < ελληνιστική κοινή ἐμπλάστριον, υποκοριστικό του ἔμπλαστρον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπλάστρι | μπλάστρια |
| Γενική | μπλαστριού | μπλαστριών |
| Αιτιατική | μπλάστρι | μπλάστρια |
| Κλητική | μπλάστρι | μπλάστρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →