μπλέκω
•
- εμπλέκω Βικιλεξικό
- μπερδεύομαι Βικιλεξικό
- Τά 'χω μπλέξει!
Ετυμολογία
μπλέκω < εμπλέκω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μπλέκω | μπλέκεις | μπλέκει | μπλέκουμε | μπλέκετε | μπλέκουν / μπλέκουνε |
| Παρατατικός | έμπλεκα | έμπλεκες | έμπλεκε | μπλέκαμε | μπλέκατε | έμπλεκαν / μπλέκαν / μπλέκανε |
| Αόριστος | έμπλεξα | έμπλεξες | έμπλεξε | μπλέξαμε | μπλέξατε | έμπλεξαν / μπλέξαν / μπλέξανε |
| Μέλλοντας | θα μπλέκω / θα μπλέξω | θα μπλέκεις / θα μπλέξεις | θα μπλέκει / θα μπλέξει | θα μπλέκουμε / θα μπλέξουμε | θα μπλέκετε / θα μπλέξετε | θα μπλέκουν / θα μπλέκουνε / θα μπλέξουν / θα μπλέξουνε |
| Παρακείμενος | έχω μπλέξει | έχεις μπλέξει | έχει μπλέξει | έχουμε μπλέξει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μπλέξει | είχες μπλέξει | είχε μπλέξει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μπλέξει / να μπλέκω / να μπλέξω | να έχεις μπλέξει / να μπλέκεις / να μπλέξεις | να έχει μπλέξει / να μπλέκει / να μπλέξει | να έχουμε μπλέξει / να μπλέκουμε / να μπλέξουμε | να μπλέκετε / να μπλέξετε | να μπλέκουν / να μπλέκουνε / να μπλέξουν / να μπλέξουνε |
| Προστακτική | — | μπλέκε / μπλέξε | — | — | μπλέκετε / μπλέξτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →