μπλαβίζω
•
- γίνομαι μπλάβος, μελανιάζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπλαβίζω < μπλάβος + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μπλαβίζω | μπλαβίζεις | μπλαβίζει | μπλαβίζουμε | μπλαβίζετε | μπλαβίζουν / μπλαβίζουνε |
| Παρατατικός | μπλάβιζα | μπλάβιζες | μπλάβιζε | μπλαβίζαμε | μπλαβίζατε | μπλάβιζαν / μπλαβίζαν / μπλαβίζανε |
| Αόριστος | μπλάβισα | μπλάβισες | μπλάβισε | μπλαβίσαμε | μπλαβίσατε | μπλάβισαν / μπλαβίσαν / μπλαβίσανε |
| Μέλλοντας | θα μπλαβίζω / θα μπλαβίσω | θα μπλαβίζεις / θα μπλαβίσεις | θα μπλαβίζει / θα μπλαβίσει | θα μπλαβίζουμε / θα μπλαβίσουμε | θα μπλαβίζετε / θα μπλαβίσετε | θα μπλαβίζουν / θα μπλαβίζουνε / θα μπλαβίσουν / θα μπλαβίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω μπλαβίσει | έχεις μπλαβίσει | έχει μπλαβίσει | έχουμε μπλαβίσει | έχετε μπλαβίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μπλαβίσει | είχες μπλαβίσει | είχε μπλαβίσει | είχαμε μπλαβίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μπλαβίσει / να μπλαβίζω / να μπλαβίσω | να έχεις μπλαβίσει / να μπλαβίζεις / να μπλαβίσεις | να έχει μπλαβίσει / να μπλαβίζει / να μπλαβίσει | να έχουμε μπλαβίσει / να μπλαβίζουμε / να μπλαβίσουμε | να έχετε μπλαβίσει / να μπλαβίζετε / να μπλαβίσετε | να μπλαβίζουν / να μπλαβίζουνε / να μπλαβίσουν / να μπλαβίσουνε |
| Προστακτική | — | μπλάβιζε / μπλάβισε | — | — | μπλαβίζετε / μπλαβίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →