Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μπλακ άουτ

/ˈblak ˈa.ut/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. αιφνίδια διακοπή ηλεκτροδότησης σε μεγάλη περιοχή Βικιλεξικό
    • Σε συναγερμό παραμένει ο Ανεξάρτητος Διαχειριστής Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΑΔΜΗΕ) για την αποφυγή ενός μπλακ άουτ στο Λεκανοπέδιο Αττικής.
  2. μεταφορικάαιφνίδια διακοπή λειτουργίας Βικιλεξικό
    • Την απόφαση της κυβέρνησης για επίταξη των απεργών της εταιρείας Σταθερές Συγκοινωνίες (ΣΤΑΣΥ) ακολούθησε απεργιακή συσπείρωση των εργαζομένων σε όλες τις αστικές συγκοινωνίες. Αποτέλεσμα είναι και σήμερα να σημειώνεται κυκλοφοριακό μπλακ άουτ, καθώς δεν κινείται κανένα μέσο μαζικής μεταφοράς.
  3. ιατρικήαπώλεια συνείδησης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μπλακ άουτ < (άμεσο δάνειο) αγγλική blackout

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →