μπλαμπλά
•
- μακρά συζήτηση, μακρηγορία Βικιλεξικό
- αντιπαράθεση γνωμών χωρίς κατάληξη Βικιλεξικό
- δυσφορία, που προκαλείται από μακρηγορία Βικιλεξικό
- φορτική συζήτηση Βικιλεξικό
- "τον έπιασε στο μπλα-μπλα για να τον πείσει"
- "με μπλαμπλά και πίτσι πίτσι πας να ρίξεις το κορίτσι (στίχος παλαιού λαϊκού τραγουδιού)
Ετυμολογία
μπλαμπλά < διεθνής έκφραση bla-bla
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →