μπλοκάρω
•
- φράζω ή αποκλείω κάποιο χώρο, για να μην ξεφύγει κάποιος ή κάτι Βικιλεξικό
- διακόπτω μια διαδικασία ή την εμποδίζω Βικιλεξικό
- σταματώ, ακινητοποιώ Βικιλεξικό
- μεταφορικάαλλάζω με έντονο τρόπο τη συναισθηματική κατάσταση κάποιου, κάνοντάς τον να νιώσει μπερδεμένα ή ανάμεικτα συναισθήματα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπλοκάρω < (άμεσο δάνειο) ιταλική bloccare < γαλλική bloquer < bloc (μπλοκ)
Άλλοι τύποι
μπλοκάρομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →