Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μπλόφα

/ˈblo.fa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. χαρτοπαίγνιοχαρτοπαιχτικός όρος που δηλώνει την ενέργεια ενός παίχτη που προσποιείται ότι έχει καλύτερο φύλλο, προκειμένου να ξεγελάσει τους συμπαίκτες του και να τους νικήσει Βικιλεξικό
    • 19ος αιώνας - (Ιωάννης Κονδυλάκης, «Η Μπλόφα», χρονογράφημα, εφημερίδα Εμπρός, Οκτώβριος 1904
  2. κατ’ επέκτασηπροσποίηση, ξεγέλασμα, παραπλάνηση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μπλόφα < (άμεσο δάνειο) γαλλική bluff (προφορά /blœf/)) + -α < αγγλική bluff (προφορά /blʌf/)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμπλόφαμπλόφες
Γενικήμπλόφας—
Αιτιατικήμπλόφαμπλόφες
Κλητικήμπλόφαμπλόφες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →