μποά
•
- ενδυμασίαείδος εντυπωσιακού κασκόλ από γούνα ή φτερά που φοριούνταν από γυναίκες επ’ ώμων με εντυπωσιακό επίσημο ντύσιμο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μποά < γαλλική boa < λατινική boa (μεγάλο φίδι)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →