Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μποέμικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με τους μποέμ και τον τρόπο ζωής τους Βικιλεξικό
    • Ταφόπετρα όχι για το ίδιο το νησί (που τώρα μπορεί να βγάζει και πιο πολλά λεφτά…) αλλά για όλους αυτούς που την είχαν επιλέξει ως ένα μέρος που μπορείς να συνδυάσεις τα πάντα. Το χίπικο, το μποέμικο, το αλητήριο, το γκομενίστικο, το οικογενειακό, το κυριλέ, το ακριβό και το αουτσάιντερ. Πάντα μπορούσες να κάνεις όποια επιλογή γούσταρες. (Ο Πέτρος Κωστόπουλος γράφει: Αποχαιρέτα την τη Μύκονο που χάνεις, zinapost.gr, 30/08/2015 https://www.zinapost.gr/newsroom/news/386591_o-petros-kostopoylos-grafei-apohaireta-tin-ti-mykono-poy-haneis/)

Ετυμολογία

μποέμικος < μποέμ + -ικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμποέμικοςμποέμικημποέμικο
Γενικήμποέμικουμποέμικηςμποέμικου
Αιτιατικήμποέμικομποέμικημποέμικο
Κλητικήμποέμικεμποέμικημποέμικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμποέμικοιμποέμικεςμποέμικα
Γενικήμποέμικωνμποέμικωνμποέμικων
Αιτιατικήμποέμικουςμποέμικεςμποέμικα
Κλητικήμποέμικοιμποέμικεςμποέμικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →