Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μπογαλάκι

/bo.ɣaˈla.ci/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. υποκοριστικόμικρός μπόγος Βικιλεξικό
  2. στον πληθυντικό: οι αποσκευές, τα πράγματα, τα υπάρχοντα Βικιλεξικό
    • Μάζεψε τα μπογαλάκια του και σηκώθηκε κι έφυγε.

Ετυμολογία

μπογαλάκι < μπόγ(ος) + υποκοριστικό επίθημα -αλάκι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμπογαλάκιμπογαλάκια
Γενική——
Αιτιατικήμπογαλάκιμπογαλάκια
Κλητικήμπογαλάκιμπογαλάκια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →