μπογαλάκι
•
- υποκοριστικόμικρός μπόγος Βικιλεξικό
- στον πληθυντικό: οι αποσκευές, τα πράγματα, τα υπάρχοντα Βικιλεξικό
- Μάζεψε τα μπογαλάκια του και σηκώθηκε κι έφυγε.
Ετυμολογία
μπογαλάκι < μπόγ(ος) + υποκοριστικό επίθημα -αλάκι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπογαλάκι | μπογαλάκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | μπογαλάκι | μπογαλάκια |
| Κλητική | μπογαλάκι | μπογαλάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →