μπογιαντίζω
•
- βάφω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπογιαντίζω < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μπογιαντίζω | μπογιαντίζεις | μπογιαντίζει | μπογιαντίζουμε | μπογιαντίζετε | μπογιαντίζουν / μπογιαντίζουνε |
| Παρατατικός | μπογιάντιζα | μπογιάντιζες | μπογιάντιζε | μπογιαντίζαμε | μπογιαντίζατε | μπογιάντιζαν / μπογιαντίζαν / μπογιαντίζανε |
| Αόριστος | μπογιάντισα | μπογιάντισες | μπογιάντισε | μπογιαντίσαμε | μπογιαντίσατε | μπογιάντισαν / μπογιαντίσαν / μπογιαντίσανε |
| Μέλλοντας | θα μπογιαντίζω / θα μπογιαντίσω | θα μπογιαντίζεις / θα μπογιαντίσεις | θα μπογιαντίζει / θα μπογιαντίσει | θα μπογιαντίζουμε / θα μπογιαντίσουμε | θα μπογιαντίζετε / θα μπογιαντίσετε | θα μπογιαντίζουν / θα μπογιαντίζουνε / θα μπογιαντίσουν / θα μπογιαντίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω μπογιαντίσει | έχεις μπογιαντίσει | έχει μπογιαντίσει | έχουμε μπογιαντίσει | έχετε μπογιαντίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μπογιαντίσει | είχες μπογιαντίσει | είχε μπογιαντίσει | είχαμε μπογιαντίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μπογιαντίσει / να μπογιαντίζω / να μπογιαντίσω | να έχεις μπογιαντίσει / να μπογιαντίζεις / να μπογιαντίσεις | να έχει μπογιαντίσει / να μπογιαντίζει / να μπογιαντίσει | να έχουμε μπογιαντίσει / να μπογιαντίζουμε / να μπογιαντίσουμε | να έχετε μπογιαντίσει / να μπογιαντίζετε / να μπογιαντίσετε | να μπογιαντίζουν / να μπογιαντίζουνε / να μπογιαντίσουν / να μπογιαντίσουνε |
| Προστακτική | — | μπογιάντιζε / μπογιάντισε | — | — | μπογιαντίζετε / μπογιαντίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →