Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μπογιαντίζω

ρήμα
•
  1. βάφω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μπογιαντίζω < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςμπογιαντίζωμπογιαντίζειςμπογιαντίζειμπογιαντίζουμεμπογιαντίζετεμπογιαντίζουν / μπογιαντίζουνε
Παρατατικόςμπογιάντιζαμπογιάντιζεςμπογιάντιζεμπογιαντίζαμεμπογιαντίζατεμπογιάντιζαν / μπογιαντίζαν / μπογιαντίζανε
Αόριστοςμπογιάντισαμπογιάντισεςμπογιάντισεμπογιαντίσαμεμπογιαντίσατεμπογιάντισαν / μπογιαντίσαν / μπογιαντίσανε
Μέλλονταςθα μπογιαντίζω / θα μπογιαντίσωθα μπογιαντίζεις / θα μπογιαντίσειςθα μπογιαντίζει / θα μπογιαντίσειθα μπογιαντίζουμε / θα μπογιαντίσουμεθα μπογιαντίζετε / θα μπογιαντίσετεθα μπογιαντίζουν / θα μπογιαντίζουνε / θα μπογιαντίσουν / θα μπογιαντίσουνε
Παρακείμενοςέχω μπογιαντίσειέχεις μπογιαντίσειέχει μπογιαντίσειέχουμε μπογιαντίσειέχετε μπογιαντίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα μπογιαντίσειείχες μπογιαντίσειείχε μπογιαντίσειείχαμε μπογιαντίσει——
Υποτακτικήνα έχω μπογιαντίσει / να μπογιαντίζω / να μπογιαντίσωνα έχεις μπογιαντίσει / να μπογιαντίζεις / να μπογιαντίσειςνα έχει μπογιαντίσει / να μπογιαντίζει / να μπογιαντίσεινα έχουμε μπογιαντίσει / να μπογιαντίζουμε / να μπογιαντίσουμενα έχετε μπογιαντίσει / να μπογιαντίζετε / να μπογιαντίσετενα μπογιαντίζουν / να μπογιαντίζουνε / να μπογιαντίσουν / να μπογιαντίσουνε
Προστακτική—μπογιάντιζε / μπογιάντισε——μπογιαντίζετε / μπογιαντίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →