μπολ
•
- ημισφαιρικό κεραμικό, πορσελάνινο ή γυάλινο σκεύος, σχετικά μικρό, για σερβίρισμα Βικιλεξικό
- παραμερίζει πάνω στο χαμηλό τραπεζάκι του καναπέ τα μπολ με τα τσιπς, τα κριτσίνια, το χούμους και το γκουακαμόλε και ακουμπά την πιατέλα με τα ζεστά κομμάτια πίτσας (Ντορίνα Παπαλιού, Η φωνή στα χέρια της, εκδ. Ίκαρος, 2024)
- στρογγυλό ή τετράγωνο πλαστικό ή γυάλινο δοχείο με καπάκι για τη φύλαξη φαγητού στο ψυγείο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπολ < (άμεσο δάνειο) γαλλική bol < μέση αγγλική bolle (> αγγλική bowl) < αγγλοσαξονική bolla, λέξη συγγενής του παλαιού γερμανικού bolla (φουσκάλα)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →