Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μπολιάζω

ρήμα
•
  1. γεωπονίαεισάγω σε φυτό ενδόφθαλμο κλαδί (μάτι) άλλου φυτού (μπόλι) για να το ενισχύσω ή ν' αλλάξω καλλιέργεια Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάσυνδυάζω ετερόκλητα στοιχεία, για να ενισχύσω ή βελτιώσω κάτι Βικιλεξικό
  3. σπανιότεραεμβολιάζω (όχι φυτό) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μπολιάζω < μπόλ(ι) + -ιάζω < μεσαιωνική ελληνική μπόλι < ελληνιστική κοινή ἐμβόλιον < αρχαία ελληνική ἔμβολον, ουδέτερο του ἔμβολος < ἐμβάλλω < ἐν + βάλλω

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςμπολιάζωμπολιάζειςμπολιάζειμπολιάζουμεμπολιάζετεμπολιάζουν / μπολιάζουνε
Παρατατικόςμπόλιαζαμπόλιαζεςμπόλιαζεμπολιάζαμεμπολιάζατεμπολιάζαν / μπολιάζανε / μπόλιαζαν
Αόριστοςμπόλιασαμπόλιασεςμπόλιασεμπολιάσαμεμπολιάσατεμπολιάσαν / μπολιάσανε / μπόλιασαν
Μέλλονταςθα μπολιάζω / θα μπολιάσωθα μπολιάζεις / θα μπολιάσειςθα μπολιάζει / θα μπολιάσειθα μπολιάζουμε / θα μπολιάσουμεθα μπολιάζετε / θα μπολιάσετεθα μπολιάζουν / θα μπολιάζουνε / θα μπολιάσουν / θα μπολιάσουνε
Παρακείμενοςέχω μπολιάσειέχεις μπολιάσειέχει μπολιάσει———
Υπερσυντέλικοςείχα μπολιάσειείχες μπολιάσειείχε μπολιάσει———
Υποτακτικήνα έχω μπολιάσει / να μπολιάζω / να μπολιάσωνα έχεις μπολιάσει / να μπολιάζεις / να μπολιάσειςνα έχει μπολιάσει / να μπολιάζει / να μπολιάσεινα μπολιάζουμε / να μπολιάσουμενα μπολιάζετε / να μπολιάσετενα μπολιάζουν / να μπολιάζουνε / να μπολιάσουν / να μπολιάσουνε
Προστακτική—έχε μπολιασμένο / μπόλιαζε / μπόλιασε——μπολιάζετε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

μπολιάστηκαμπολιάζομαιμπολιάστε

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →