μπολιάζω
•
- γεωπονίαεισάγω σε φυτό ενδόφθαλμο κλαδί (μάτι) άλλου φυτού (μπόλι) για να το ενισχύσω ή ν' αλλάξω καλλιέργεια Βικιλεξικό
- μεταφορικάσυνδυάζω ετερόκλητα στοιχεία, για να ενισχύσω ή βελτιώσω κάτι Βικιλεξικό
- σπανιότεραεμβολιάζω (όχι φυτό) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπολιάζω < μπόλ(ι) + -ιάζω < μεσαιωνική ελληνική μπόλι < ελληνιστική κοινή ἐμβόλιον < αρχαία ελληνική ἔμβολον, ουδέτερο του ἔμβολος < ἐμβάλλω < ἐν + βάλλω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μπολιάζω | μπολιάζεις | μπολιάζει | μπολιάζουμε | μπολιάζετε | μπολιάζουν / μπολιάζουνε |
| Παρατατικός | μπόλιαζα | μπόλιαζες | μπόλιαζε | μπολιάζαμε | μπολιάζατε | μπολιάζαν / μπολιάζανε / μπόλιαζαν |
| Αόριστος | μπόλιασα | μπόλιασες | μπόλιασε | μπολιάσαμε | μπολιάσατε | μπολιάσαν / μπολιάσανε / μπόλιασαν |
| Μέλλοντας | θα μπολιάζω / θα μπολιάσω | θα μπολιάζεις / θα μπολιάσεις | θα μπολιάζει / θα μπολιάσει | θα μπολιάζουμε / θα μπολιάσουμε | θα μπολιάζετε / θα μπολιάσετε | θα μπολιάζουν / θα μπολιάζουνε / θα μπολιάσουν / θα μπολιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω μπολιάσει | έχεις μπολιάσει | έχει μπολιάσει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μπολιάσει | είχες μπολιάσει | είχε μπολιάσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μπολιάσει / να μπολιάζω / να μπολιάσω | να έχεις μπολιάσει / να μπολιάζεις / να μπολιάσεις | να έχει μπολιάσει / να μπολιάζει / να μπολιάσει | να μπολιάζουμε / να μπολιάσουμε | να μπολιάζετε / να μπολιάσετε | να μπολιάζουν / να μπολιάζουνε / να μπολιάσουν / να μπολιάσουνε |
| Προστακτική | — | έχε μπολιασμένο / μπόλιαζε / μπόλιασε | — | — | μπολιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
μπολιάστηκαμπολιάζομαιμπολιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →