μπομπότα
•
- τρόφιμοψωμί που παρασκευάζεται από καλαμποκάλευρο Βικιλεξικό
- μέ θρεψίνη ἀντί ζάχαρη ἤ μέλι, καί καψαλισμένη στήν πυροστιά φέτα ἀπό μπομπότα (Τάσος Πορφύρης, Η δοντάγρια. Διηγήματα, 2006, σελ. 26)
- συνεκδοχικάένα είδος πίτας που παρασκευάζεται από καλαμποκάλευρο Βικιλεξικό
- Η μπομπότα που έτρωγε στην Κατοχή -που ήταν νέος και ωραίος-, εκείνος ο χυλός από καλαμποκάλευρο που χόρταινε την πείνα του, «το νοστιμότερο πράμα στον κόσμο!» (Comfort food, εφημερίδα Ελευθεροτυπία, 3/1/2010)
Ετυμολογία
μπομπότα < πιθανόν αλβανική bobotë : Κατ' άλλη εκδοχή < ρουμανική bobota < bob (κόκκος σιταριού) (σχετίζονται: αρωμουνική boba, σερβική boba)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπομπότα | μπομπότες |
| Γενική | μπομπότας | — |
| Αιτιατική | μπομπότα | μπομπότες |
| Κλητική | μπομπότα | μπομπότες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →