Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μπονόρα

επίρρημα
•
  1. νωρίς το πρωί Βικιλεξικό
    • Από την πρώτη μέρα πιάσαμε με τον Παύλο το μεροκάματο. Κατά μπονόρα ανεβήκαμε σην καρότσα με άλλους αργάτες και τραβήσαμε για το χωράφι. (Χρήστος Αρμάντο Γκέζος, Χάθηκε βελόνι, εκδ. Μεταίχμιο, 2021)
    • ...και να με συμπαθάς, αφέντη μου, που σε σεκάρισα μπονόρα μπονόρα (Μιχάλης Χ. Οικονόμου, Διηγήματα μεγάλων Ελλήνων διηγηματογράφων, 1951, σελ. 176)

Ετυμολογία

μπονόρα < ιταλική bonora < buon ora < buon + ora

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →